Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΟ ΚΑΛΛΟΣ (Του μοναχού Aidan (Αϊδανού))



visit tracker




ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΟ ΚΑΛΛΟΣ
 Του μοναχού Aidan (Αϊδανού)

Ο αδελφός Aidan (Αϊδανός) είναι μοναχός και εικονογράφος. Ανήκει στην Ελληνορθόδοξη Αρχιεπισκοπή της Μεγάλης Βρετανίας. Ζει στο ησυχαστήριο των Αγίων Αντωνίου και Cuthbert, στο Shropshire της Αγγλίας. Έζησε τρία χρόνια στην Ελλάδα, δύο εκ των οποίων στην Ιερά Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους, με το οποίο συνεχίζει να έχει στενή επαφή.

      Συχνά ο Θεός αποκαλύπτεται μέσα από τα πράγ­ματα που λατρεύουμε. Έτσι οδήγησε και τους μάγους στον εαυτό Του. Όμως δεν νομίζω πως αυτός είναι ο μόνος λόγος που ο Θεός αποκαλύπτεται με ποικίλους τρόπους σε διαφορετικούς ανθρώπους και σε ποικίλες περιστάσεις. Η φύση Του δεν είναι δυνατό να περιοριστεί σε όποιο από τα ονόματα Του δίνου­με, αν και είναι πλήρως παρών στο καθένα. Έτσι η γνώση μας γί’ Αυτόν επεκτείνεται με την επινόηση κάθε νέου ονόματος. Το καθένα μοιάζει με μια απόχρωση στο απέραντο φάσμα χρωμάτων που αποδίδουν το λευ­κό φως. Κάθε Χριστιανός θα 'θελε ν' απαντήσει στο ερώτημα που έθεσε ο Χριστός, «Ποιος λέτε ότι είμαι;»,όπως το απάντησε ο Πέτρος: «Συ είσαι ο Χριστός, ο υιός του ζωντανού Θεού». Όμως ο καθένας μας αντιλαμβάνεται αυτόν τον Υιό του ζωντανού Θεού κατά τρόπο μοναδικό, Τον γνωρίζει με μια διαφορετική και αυξανόμενη δέσμη ονομάτων. Κι αυτά τα ονόματα δεν συνειδητοποιούνται τόσο στο νου όσο στο εσωτερικό καταφύγιο της καρδιάς. Ο νους (ελληνικά στο πρωτότυπο) όπως και το ους της καρδιάς ακούει αυτούς τους λόγους (ελληνικά στο πρωτότυπο) που εκφέρει ο Λόγος. Κάθε νεοεισαγόμενο όνομα μεταφέρει τον αναζητούντα ή την αναζητούσα σ' ένα χώρο πέρα απ' αυτόν που βρίσκονται και, όπως το άστρο των μάγων, τους οδηγεί πλησιέστερα στον Χριστό.
 Αντί όμως να συνεχίσω έτσι θεω­ρητικά, θα 'ταν ίσως πολύ πιο ενδιαφέρον να μιλήσω προσωπικά και να μοιραστώ μαζί σας λίγη από τη δική μου αναζήτηση του ποιος και πού είναι ο Χριστός: Λάτρεψα το κάλλος της δημιουργίας και της τέχνης κι ο Χριστός με τράβηξε κοντά Του μέσα άπ' αυτό ακριβώς το κάλλος  μού αποκάλυψε τον Εαυτό Του ως πηγή του Κάλλους, ως το ίδιο το Κάλλος. Αντίθετα προς τους Μάγους, εγώ δεν είμαι σοφός, και δεν ήρθα από την Ανατολή αλλά από τη Δύση για να βρω τη φάτνη της Ορθόδοξης Εκ­κλησίας.
 Προέρχομαι από ένα μη ορθόδοξο περιβάλλον, γεννήθηκα στην Αγγλία, αλλά μεγάλωσα στη Νέα Ζηλανδία. Σαν παιδί δεν διδάχτη­κα πολλά για τον Θεό  σε περίπου τριάντα όλες κι όλες ώρες θρησκευ­τικών στο σχολείο. Κι αυτές οι ώρες παρουσίαζαν γενικά την εικόνα μιας χριστιανικής ζωής μάλλον ευνουχισμένης κι αφυδατωμένης.
 Δεν με τράβηξαν. Όμως κατά καλή τύχη στο κτήμα όπου πέρασα μια χαρούμενη παιδική ηλικία, υπήρχε μια πληθώρα δέντρων που ανάμεσά τους παίζαμε οι φίλοι μου κι εγώ. Τα δέντρα αυτά στάθηκαν η αφορμή που με οδήγησε να πιστέψω στην ύπαρξη του Θεού. Περνούσαμε ώρες ατέλειωτες να χτίζουμε καλύβες ανάμεσά τους και, κάτι σημαντικό για την πνευ­ματική μου πορεία, να κρυβόμαστε αθόρυβα μέσα ή κάτω άπ' αυτές. Ήταν σ' αυτές τις ώρες που Εκείνος γλύστρησε στην καρδιά μου ως σι­ωπηλός Δημιουργός και προστάτης των δέντρων και των ζουζουνιών. Ο Θεός πρωτομίλησε στην παιδική ψυχή μου χωρίς λόγια. Ήταν μόνο αργότερα που κατάλαβα ότι αυτό το σιωπηλό αλλά απέραντο Ον ήταν ο Χριστός.
 Μια μέρα, ήμουν θαρρώ γύρω στα δεκατρία, ανακάλυψα μια ξεχα­σμένη Βίβλοστη βιβλιοθήκη του σαλονιού μας. Άρχισα να τη διαβάζω μυστικά από το φόβο μην πιάσουν και με κοροϊδεύουν οικείοι και φί­λοι. Τα ευαγγέλια, αυτά ειδικά, με συνεπήραν. Και το ερώτημα «ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος, ο Ιησούς, που έκανε και έλεγε τόσο θαυμαστά πράγματα;» άρχισε να τριβελίζει το μυαλό μου.
Δεν γνωρίζω τι οδήγησε ένα φί­λο μου μια μέρα, στο μάθημα των Αγγλικών, να γυρίσει να με ρωτή­σει εάν πίστευα στον Χριστό. Απάντησα πως ναι, πίστευα ότι ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος, αλλά και ότι δεν ήμουν βέβαιος εάν ήταν Θεός ή όχι. Πως είχα καταλήξει να θεωρώ ότι αυτό ήταν πραγματικά ένα ση­μαντικό ερώτημα  το εάν δηλαδή είναι Θεός ο Χριστός  δεν το γνωρί­ζω. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι μέσω των ευαγγελίων μια φωτιά είχε αρχίσει να καίει την καρδιά μου, έτσι που να χρειάζεται να πάρω το κατό­πι αυτόν τον Χριστό για να βρω την απάντηση.
 Μια μέρα, στο διάλειμμα του σχολείου  ήμουν τότε γύρω στα δεκαπέντε  άκουσα να παίζουν τύμπανα. Οδηγημένος από τον ήχο βρέθηκα στη μεγάλη αίθουσα του σχολείου, γεμάτη από μαθητές που παρακολουθούσαν τον τυμπανιστή. Κάποτε αυτός σταμάτησε κι άρχισε να διηγείται πως είχε γίνει χριστια­νός. Περιέγραψε πως υπήρξε πριν ναρκομανής και βαποράκι και πως ο Χριστός είχε αλλάξει τη ζωή του. Και ξαφνικά, καθώς μιλούσε, είδα μπρός στα μάτια του νου μου το πρόσω­πο ενός ανθρώπου που έλαμπε από φως και θερμή καλοσύνη. Το κατά πόσο ήταν το πρόσωπο του Χριστού ή το πρόσωπο κάποιου που ξεχείλιζε από την αγάπη του Χριστού δεν το γνωρίζω. Είναι πάντως αδιάφορο, δι­ότι το άκτιστο φως που προέρχεται από τον Θεό είναι το ίδιο που πληρεί όλους τους αγίους της Εκκλησί­ας. Από κείνη την ημέρα άρχισα να πιστεύω στον Χριστό ως τον Υιό του Θεού και ως την πλήρη αγαθότητα. Η μνήμη αυτού του απαλού φωτός διατηρήθηκε μέσα μου για πολλά χρόνια τόσο, που να το αναγνωρίσω στις πρώτες εικόνες του Σωτήρα και της Παναγίας, όταν τις πρωτοαντίκρυσα δέκα χρόνια αργότερα.
 Η εμπειρία αυτή πάντως δεν κρά­τησε πάνω από μια στιγμή: Σαν ένα κτύπημα στην πόρτα. Γέμισε την ψυ­χή μου με πόθο για Κείνον, αλλά Εκείνος τότε δεν βρισκόταν πουθε­νά. «Ήνοιξα εγώ τω αδελφιδώ μου· αδελφιδός μου παρήλθε»,όπως λέει στο Άσμα Ασμάτων. «Τον ζήτησα μα δεν τον βρήκα». Δεν γνώριζα σε κεί­νο το στάδιο άλλους πιστούς κι έτσι αγωνιζόμουν να βρω το δρόμο ολομόναχος.
 Είναι ίσως δύσκολο για όσους γεννήθηκαν και ανατράφηκαν σε μια ορθόδοξη χώρα να φανταστούν τι συμβαίνει όταν κάποιος επιθυμεί να βρει τον Χριστό, χωρίς τη βοή­θεια του λεπτομερούς και ασφαλούς πνευματικού οδηγού που μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία προσφέρει -χωρίς ν' αναφερθούμε στη χαρά που παρέχεται μέσα από τα μυστήρια. Οι περισσότεροι Νεοζηλανδοί ούτε που έχουν ακούσει για την Ορθόδοξη Εκκλησία, άσε πια να γνωρίζουν τη διδασκαλία της. Έτσι ήταν για μένα μια πορεία κο­πιώδης, με πτώσεις, λάθος επιλογές και όλα τα εμπόδια που οι δαίμονες ρίχνουν στη στράτα κάθε προσκυνη­τή.
 Τελικά, μετά από ένα χρόνο και κυριολεκτικά   μισοπεθαμένος  από την υπερβολική νηστεία κατέληξα να συνδεθώ με την Εκκλησία των Βα­πτιστών. Ήταν ένα εκκλησίασμα φι­λόξενων και αφοσιωμένων πιστών ανθρώπων. Για πρώτη φορά γεύτη­κα τη ζεστασιά της συντροφικότητας, την αγάπη στον Χριστό ανάμεσα σε ομόδοξους. Άρχισα να καταλαβαίνω ότι η ζωή με τον Χριστό δεν ήταν μια μοναχική, ατομικιστική πορεία μαζί Του, αλλά ένα ταξίδι συντροφιά με άλλους, όπου ο Χριστός, η κεφαλή, δεν μπορούσε να νοηθεί χωριστά από το Σώμα Του.
 Η συντροφικότητα με ομόδοξους και η αγάπη στις Γραφές υπήρξαν οι θετικές εμπειρίες που εβίωσα μέσα στους κύκλους των Ευαγγελικών, όπου κινήθηκα στη συνέχεια. Όμως κάποιες προτεσταντικές δοξασίες με αναστάτωναν: Ο υλικός κόσμος και το ανθρώπινο σώμα δεν φαινόταν να συμμετέχουν στο σχέδιο των πραγ­μάτων. Στις ακολουθίες, η στάση της απλής ακοής ήταν εκείνη που επικρατούσε· ακούγαμε κηρύγματα, ψάλ­λαμε ύμνους κι αυτό ήταν όλο. Δεν υπήρχαν εικόνες να δει το μάτι και να τις ασπασθεί κανείς, ούτε θυμία­μα να μυρίσει, ούτε θεία κοινωνία να γευτεί. Μολονότι δεν γνώριζα τίποτε απ' όλα αυτά, όπως χρησιμοποιούνται στην Ορθόδοξη λατρεία, ενστικτωδώς αντιλαμβανόμουν ότι αφού ο Θεός μας δημιούργησε με σώμα, θα έπρεπε στις σχέσεις μας μ' Εκείνον κάποιος σημαντικός ρόλος να επιφυλάσσεται για τα σώματά μας.
 Επιπλέον η άποψη της Ευαγγελικής Εκκλησίας περί σωτηρίας φαι­νόταν να περιορίζεται στο να καλείς τον Χριστό στην καρδιά σου και να προσκαλείς τους άλλους να σε μιμηθούν. Ο ασκητικός αγώνας κατά των παθών, η προσευχή  περισσότερο ως επικοινωνία με τον Θεό παρά ως μέσο να επιτύχεις κάτι  η μετάνοια ως μέσο να ομοιωθείς με τον Θεό  αυτά και πολλά άλλα, ουσιώδη στην παραδοσιακή χρι­στιανική διδασκαλία, φαίνονταν να απουσιάζουν.
 Γι’ άλλη μια φορά, μολονότι δεν γνώριζα τίποτα γύρω από την Ορθοδοξία και τα διδάγματά της πάνω σ' αυτά τα θέματα, με κατέτρωγε το αίσθημα πως η ζωή με τον Χριστό πρέπει να είναι πιο πλούσια [σημ. εγκόλπιου: Αυτός ο πλούτος της Ορθοδοξίας έναντι των υπολείπων δογμάτων είναι που μας συγκλόνισε όταν μεταστραφήκαμε!], πιο με­γαλόψυχη και συνάμα το αντικείμενο μεγαλύτερου αγώνα απ' αυτόν που φαινόταν να προβάλλει η άποψη της Ευαγγελικής Εκκλησίας. Έδινε την εντύπωση ότι ο Θεός ήταν ένας μάλ­λον αυστηρός εργοδότης πωλητών, που κρατούσε λογαριασμό για το πόσες ψυχές οι πωλητές Του έσωζαν κάθε χρόνο. Αυτή η κάπως παραλ­λαγμένη εικόνα τού θεού με οδήγησε στο να εγκαταλείψω την επιθυμία μου ν' ασχοληθώ με τις τέ­χνες, για να κάνω κά­τι «χρήσιμο», όπως να διδάξω μαθημα­τικά.
 Η αναζήτηση μιας περισσότερο αυθεντικής πίστης με οδήγησε στη συνέχεια σε μια Αγγλικανική ενορία, η οποία χρησιμοποιούσε μια μορφή λατρείας εγγύτερης προς την Ορθοδοξία, όπως ανακάλυψα αργότερα. Άνηκε στον κλάδο της (High Church) Υψηλής Εκκλησί­ας του Αγγλικανισμού, οι ιερείς εκεί, πιο παραδοσιακοί, εδίδασκαν ότι ο Θεός για ν' αποκαλυφθεί σε μας, χρησιμοποιεί στη λατρεία τοκάλλος. Υπήρχε θυμίαμα στις ακολουθίες και μερικές απεικονίσεις αγίων περισσό­τερο σε μορφή αγαλμάτων παρά εικόνων. Μας εδίδασκαν πως τα Θεία Δώρα πράγματι μετουσιώνονταν σε Αίμα και Σώμα Χριστού. Αυτά και άλ­λα με ενεθάρρυναν να πιστέψω ότι ο Χριστός ήταν η πηγή κάθε αληθινού κάλλους και ότι η άσκηση και η προ­σευχή είναι μέσα με τα οποία αποκαλύπτουμε την όμορφη εικόνα του Θεού εντός μας.
 Ενθαρρυμένος άπ' αυτή τη «νέα» θεολογία του θείου κάλλους, εγκατέλειψα τα καθηγητικά καθήκοντα για να κάνω μια καινούρια αρχή ως γλύπτης. Μέσα σ' ένα χρόνο, δου­λεύοντας πλήρες ωράριο, κατόρθωσα να ζω από τη γλυπτική. Έτσι υπηρετώντας τον Χριστό με κάτι που μ' ευχαριστούσε και ταίριαζε στα ταλέν­τα μου, είδα διαφορετικά την εικόνα που είχα για τον Θεό: Ενώ πιο πριν νόμιζα ότι η αγάπη Του για τον άν­θρωπο ήταν κάτι περίπου θολό και απρόσωπο  μια μακρινή αγάπη για την ανθρωπότητα γενικώς  άρχισα να κατανοώ ότι αυτή η αγάπη ήταν στην πραγματικότητα βαθύτατα επικεντρωμένη, εξατομικευμένη. Άρχισα να κατανοώ ότι αγαπά τα πρόσω­πα κι όχι τη φύση του ανθρώπου και πως έτσι εκφράζει την αγάπη του με τρόπο μοναδικό για κάθε μοναδικό πρόσωπο.
 Η γλυπτική υπήρξε συνάμα το αστέρι που με οδήγησε στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Μέσω της μελέτης για την τέχνη και του γλυπτικού έρ­γου και μέσω μιας αυξανόμενης επιθυμίας να προσεύχομαι περισσότερο εις βάθος, άρχισα σταδιακά να συνει­δητοποιώ ότι η αληθινή ζωή πρέπει να είναι ένα πάντρεμα φωτός και όγκου και κατ' επέκταση πνεύματος και ύλης, Δημιουργού και δημιουρ­γίας. Αυτή η διαίσθηση με βοήθησε να αναγνωρίσω την αλήθεια της Ορθοδοξίας, όταν κάποια στιγμή τη συ­νάντησα στο δρόμο μου. Αλλά πάλι ας πιάσω από την αρχή.
 Αισθάνθηκα πως ήταν προτιμότε­ρο να αρχίσω τη γλυπτική με κάτι χει­ροπιαστό, το ανθρώπινο σώμα. Μετά από κάμποσο καιρό, ακολουθώντας αυτή την τακτική και επηρεαζόμενος από τον Μιχαήλ Άγγελο και τον Αύγουστο Ροντέν, άρχισα να πειραματί­ζομαι με τρόπους που άπτονται της πνευματικής διαστάσεως του ανθρώπινου προσώπου.  Επιμηκυμένα έργα από καλλιτέχνες όπως ο Μοντιλιάνι και ο Τζιακόμπι με επηρέασαν πολύ σ' αυτό το στάδιο, καθώς και τα ανάγλυφα έργα από την αρχαία Αίγυπτο και πρωτόγονους πολιτισμούς. Σ' αυτό το τρίτο στάδιο προσπάθησα να συζεύξω αυτά τα δυο στοιχεία, το εξωτερικό με το εσωτερικό, την πρά­ξη με την ουσία, την ύλη με το φως. Σ' αυτήν ακριβώς τη συγκυρία ένας φίλος μού πρότεινε να επισκεφτώ κάποιο ορθόδοξο κελλί, όπου ζούσαν δύο Νεοζηλανδοί μοναχοί.
 Έχοντας δει τα εικονίσματα που υπήρχαν σ' αυτό το κελλί, πίστευα ότι οι εικόνες πετύχαιναν εκείνο που προσπαθούσα να κατορθώσω με τη γλυπτική μου  και μάλιστα το είχαν πετύχει από αιώνες ήδη. Μ' αυτό κα­τά νου και με την ελπίδα ότι οι μο­ναχοί του κελιού θα μπορούσαν να με βοηθήσουν στην αναζήτησή μου για βαθύτερη προσευχή, οδηγήθηκα να μεί­νω στη Μονή για μία εβδομάδα.
 Μολονότι δεν γνώριζα απολύτως τίποτε για την Ορθοδοξία, η επίσκεψη εκείνη υπήρξε ένας πραγματικός νόστος. Το κάθε τι ερχόταν να ανταποκριθεί στα μύχια της υπάρξεως μου, σε ό,τι αποτελούσε την εικόνα του Θεού. Οι εικόνες τόσο όμορφα συν­ταίριαζαν το φως, το άκτιστο φως, με την κτιστή ύλη.
 Ακόμη και η ταπεινή ζωή των μοναχών ακτινοβολούσε αυτό το γεγονός. Χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη να δικαιολογηθούν, «χαρά­μιζαν» ώρες ολόκληρες κάθε μέρα μέσα στο ναό λατρεύοντας τον Θεό. Και μετά η καθημερινή εργασία  το άρμεγμα των αγελάδων, το μαγεί­ρεμα, η εικονογραφία  ακολουθούσαν ως προέκταση και όχι ως διακοπή μιας ζωής μέσα στην πα­ρουσία του Θεού. Υπήρχαν, βέβαια, ανθρώπινες αδυναμίες  ο π. Νικό­λαος επί παραδείγματι δεν διακρι­νόταν για την καλλιφωνία του στην ψαλτική. Αυτό όμως απεδείκνυε ότι εκείνο που ομορφαίνει τη ζωή ήταν τελικά η παρουσία του Άλλου και όχι η ανθρώπινη επιδεξιότητα.
 Σχετικά με την προσευχή, οι μοναχοί με εισήγαγαν σε επιλογές από ένα απέραντο σώμα ασκητικής φιλολογίας που αντιπροσωπεύει την αδιάσπαστη παράδοση της Εκκλησίας: Τη Φιλοκαλίατις Περιπέτειες ενός προσκυνητή και άλλα βιβλία. Τα κείμενα αυτά εξηγούν πως μέσω της ζωής στην Εκκλη­σία και με την ειλικρινή μετάνοια μπορεί κανείς να γνωρίσει τον Θεό όχι τόσο ως ένα Όν απόμακρο, αλλά ενυπάρχον στα τρίσβαθα της ύπαρξής του, στο κέντρο της καρδιάς του. Έμαθα πως αφού έχουμε δημιουργηθεί ως εικόνα Θεού, ο Χριστός αποτελεί το αρχέτυπό μας.
 Τα βιβλία αυτά, γραμμένα από αναρίθμητους αγίους στο πέρασμα των αιώνων, καθώς και οι πολλές εικόνες στο μοναστήρι, μού έδειξαν επιπλέον πόσο χειροπιαστή είναι η κοινωνία των αγίων μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ο Χριστός είναι ο Θεός των ζώντων. Ύπ' αυτή την έννοια και μέσω του Βαπτίσματος και του Χρίσματος που έλαβα τελικά από την Εκκλησία, άρχισα να καταλαβαίνω λίγο το νόημα της τριαδικότητας του Θεού. Μέσω της κοινωνίας της Εκκλησίας, άρχισα να συνειδητοποιώ λίγο τη θεία κοι­νωνία της Αγίας Τριάδος. Μολονότι ως Αγγλικανός είχα δι­δαχτεί ότι ο Θεός είναι Τριαδικός, δεν είχαμε πραγματικά διδαχτεί το πως αυτό συνέβαινε. Ήταν φοβερό να συνειδητοποιήσει κανείς πως ήταν ένα μέλος της Τριάδας που έγινε άνθρωπος, υπέφερε και θανατώθηκε. Και δεν ήταν λιγότερο φοβερό να πληροφορηθεί ότι όταν ηγέρθη και ανελήφθη στους ουρανούς, το έκανε με την ανθρώπινη φύση μας. Κι έτσι εξηγείται πως για μένα, ελάχιστα χωρία απαντούν καλύτερα στο ερώτημα του Χριστού (τίνα με λέγουσιν...;) από την ακόλουθη προσευχή που υπάρχει στη Θεία Λειτουργία:
«Εν τάφω σωματικώς, εν Άδου δε μετά ψυχής, ως Θεός, εν παραδείσω δε μετά ληστού και εν θρόνω υπήρχες, Χριστέ, μετά Πατρός και Πνεύματος, πάντα πληρών ο απερίγραπτος» (Τροπάριο αναστάσιμο).


Από τον συλλογικό τόμο «2000 χρόνια μετά  Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι;», έκδ. Ακρίτας. Μετάφραση Δημήτρη Κόκκινου.
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον – www.egolpion.com
Από το περιοδικό: Πειραϊκή Εκκλησία Δεκέμβριος 2008
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ: 26 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2010

Αναγνώστες