Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΟ ΚΑΛΛΟΣ (Του μοναχού Aidan (Αϊδανού))



visit tracker




ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΟ ΚΑΛΛΟΣ
 Του μοναχού Aidan (Αϊδανού)

Ο αδελφός Aidan (Αϊδανός) είναι μοναχός και εικονογράφος. Ανήκει στην Ελληνορθόδοξη Αρχιεπισκοπή της Μεγάλης Βρετανίας. Ζει στο ησυχαστήριο των Αγίων Αντωνίου και Cuthbert, στο Shropshire της Αγγλίας. Έζησε τρία χρόνια στην Ελλάδα, δύο εκ των οποίων στην Ιερά Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους, με το οποίο συνεχίζει να έχει στενή επαφή.

      Συχνά ο Θεός αποκαλύπτεται μέσα από τα πράγ­ματα που λατρεύουμε. Έτσι οδήγησε και τους μάγους στον εαυτό Του. Όμως δεν νομίζω πως αυτός είναι ο μόνος λόγος που ο Θεός αποκαλύπτεται με ποικίλους τρόπους σε διαφορετικούς ανθρώπους και σε ποικίλες περιστάσεις. Η φύση Του δεν είναι δυνατό να περιοριστεί σε όποιο από τα ονόματα Του δίνου­με, αν και είναι πλήρως παρών στο καθένα. Έτσι η γνώση μας γί’ Αυτόν επεκτείνεται με την επινόηση κάθε νέου ονόματος. Το καθένα μοιάζει με μια απόχρωση στο απέραντο φάσμα χρωμάτων που αποδίδουν το λευ­κό φως. Κάθε Χριστιανός θα 'θελε ν' απαντήσει στο ερώτημα που έθεσε ο Χριστός, «Ποιος λέτε ότι είμαι;»,όπως το απάντησε ο Πέτρος: «Συ είσαι ο Χριστός, ο υιός του ζωντανού Θεού». Όμως ο καθένας μας αντιλαμβάνεται αυτόν τον Υιό του ζωντανού Θεού κατά τρόπο μοναδικό, Τον γνωρίζει με μια διαφορετική και αυξανόμενη δέσμη ονομάτων. Κι αυτά τα ονόματα δεν συνειδητοποιούνται τόσο στο νου όσο στο εσωτερικό καταφύγιο της καρδιάς. Ο νους (ελληνικά στο πρωτότυπο) όπως και το ους της καρδιάς ακούει αυτούς τους λόγους (ελληνικά στο πρωτότυπο) που εκφέρει ο Λόγος. Κάθε νεοεισαγόμενο όνομα μεταφέρει τον αναζητούντα ή την αναζητούσα σ' ένα χώρο πέρα απ' αυτόν που βρίσκονται και, όπως το άστρο των μάγων, τους οδηγεί πλησιέστερα στον Χριστό.
 Αντί όμως να συνεχίσω έτσι θεω­ρητικά, θα 'ταν ίσως πολύ πιο ενδιαφέρον να μιλήσω προσωπικά και να μοιραστώ μαζί σας λίγη από τη δική μου αναζήτηση του ποιος και πού είναι ο Χριστός: Λάτρεψα το κάλλος της δημιουργίας και της τέχνης κι ο Χριστός με τράβηξε κοντά Του μέσα άπ' αυτό ακριβώς το κάλλος  μού αποκάλυψε τον Εαυτό Του ως πηγή του Κάλλους, ως το ίδιο το Κάλλος. Αντίθετα προς τους Μάγους, εγώ δεν είμαι σοφός, και δεν ήρθα από την Ανατολή αλλά από τη Δύση για να βρω τη φάτνη της Ορθόδοξης Εκ­κλησίας.
 Προέρχομαι από ένα μη ορθόδοξο περιβάλλον, γεννήθηκα στην Αγγλία, αλλά μεγάλωσα στη Νέα Ζηλανδία. Σαν παιδί δεν διδάχτη­κα πολλά για τον Θεό  σε περίπου τριάντα όλες κι όλες ώρες θρησκευ­τικών στο σχολείο. Κι αυτές οι ώρες παρουσίαζαν γενικά την εικόνα μιας χριστιανικής ζωής μάλλον ευνουχισμένης κι αφυδατωμένης.
 Δεν με τράβηξαν. Όμως κατά καλή τύχη στο κτήμα όπου πέρασα μια χαρούμενη παιδική ηλικία, υπήρχε μια πληθώρα δέντρων που ανάμεσά τους παίζαμε οι φίλοι μου κι εγώ. Τα δέντρα αυτά στάθηκαν η αφορμή που με οδήγησε να πιστέψω στην ύπαρξη του Θεού. Περνούσαμε ώρες ατέλειωτες να χτίζουμε καλύβες ανάμεσά τους και, κάτι σημαντικό για την πνευ­ματική μου πορεία, να κρυβόμαστε αθόρυβα μέσα ή κάτω άπ' αυτές. Ήταν σ' αυτές τις ώρες που Εκείνος γλύστρησε στην καρδιά μου ως σι­ωπηλός Δημιουργός και προστάτης των δέντρων και των ζουζουνιών. Ο Θεός πρωτομίλησε στην παιδική ψυχή μου χωρίς λόγια. Ήταν μόνο αργότερα που κατάλαβα ότι αυτό το σιωπηλό αλλά απέραντο Ον ήταν ο Χριστός.
 Μια μέρα, ήμουν θαρρώ γύρω στα δεκατρία, ανακάλυψα μια ξεχα­σμένη Βίβλοστη βιβλιοθήκη του σαλονιού μας. Άρχισα να τη διαβάζω μυστικά από το φόβο μην πιάσουν και με κοροϊδεύουν οικείοι και φί­λοι. Τα ευαγγέλια, αυτά ειδικά, με συνεπήραν. Και το ερώτημα «ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος, ο Ιησούς, που έκανε και έλεγε τόσο θαυμαστά πράγματα;» άρχισε να τριβελίζει το μυαλό μου.
Δεν γνωρίζω τι οδήγησε ένα φί­λο μου μια μέρα, στο μάθημα των Αγγλικών, να γυρίσει να με ρωτή­σει εάν πίστευα στον Χριστό. Απάντησα πως ναι, πίστευα ότι ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος, αλλά και ότι δεν ήμουν βέβαιος εάν ήταν Θεός ή όχι. Πως είχα καταλήξει να θεωρώ ότι αυτό ήταν πραγματικά ένα ση­μαντικό ερώτημα  το εάν δηλαδή είναι Θεός ο Χριστός  δεν το γνωρί­ζω. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι μέσω των ευαγγελίων μια φωτιά είχε αρχίσει να καίει την καρδιά μου, έτσι που να χρειάζεται να πάρω το κατό­πι αυτόν τον Χριστό για να βρω την απάντηση.
 Μια μέρα, στο διάλειμμα του σχολείου  ήμουν τότε γύρω στα δεκαπέντε  άκουσα να παίζουν τύμπανα. Οδηγημένος από τον ήχο βρέθηκα στη μεγάλη αίθουσα του σχολείου, γεμάτη από μαθητές που παρακολουθούσαν τον τυμπανιστή. Κάποτε αυτός σταμάτησε κι άρχισε να διηγείται πως είχε γίνει χριστια­νός. Περιέγραψε πως υπήρξε πριν ναρκομανής και βαποράκι και πως ο Χριστός είχε αλλάξει τη ζωή του. Και ξαφνικά, καθώς μιλούσε, είδα μπρός στα μάτια του νου μου το πρόσω­πο ενός ανθρώπου που έλαμπε από φως και θερμή καλοσύνη. Το κατά πόσο ήταν το πρόσωπο του Χριστού ή το πρόσωπο κάποιου που ξεχείλιζε από την αγάπη του Χριστού δεν το γνωρίζω. Είναι πάντως αδιάφορο, δι­ότι το άκτιστο φως που προέρχεται από τον Θεό είναι το ίδιο που πληρεί όλους τους αγίους της Εκκλησί­ας. Από κείνη την ημέρα άρχισα να πιστεύω στον Χριστό ως τον Υιό του Θεού και ως την πλήρη αγαθότητα. Η μνήμη αυτού του απαλού φωτός διατηρήθηκε μέσα μου για πολλά χρόνια τόσο, που να το αναγνωρίσω στις πρώτες εικόνες του Σωτήρα και της Παναγίας, όταν τις πρωτοαντίκρυσα δέκα χρόνια αργότερα.
 Η εμπειρία αυτή πάντως δεν κρά­τησε πάνω από μια στιγμή: Σαν ένα κτύπημα στην πόρτα. Γέμισε την ψυ­χή μου με πόθο για Κείνον, αλλά Εκείνος τότε δεν βρισκόταν πουθε­νά. «Ήνοιξα εγώ τω αδελφιδώ μου· αδελφιδός μου παρήλθε»,όπως λέει στο Άσμα Ασμάτων. «Τον ζήτησα μα δεν τον βρήκα». Δεν γνώριζα σε κεί­νο το στάδιο άλλους πιστούς κι έτσι αγωνιζόμουν να βρω το δρόμο ολομόναχος.
 Είναι ίσως δύσκολο για όσους γεννήθηκαν και ανατράφηκαν σε μια ορθόδοξη χώρα να φανταστούν τι συμβαίνει όταν κάποιος επιθυμεί να βρει τον Χριστό, χωρίς τη βοή­θεια του λεπτομερούς και ασφαλούς πνευματικού οδηγού που μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία προσφέρει -χωρίς ν' αναφερθούμε στη χαρά που παρέχεται μέσα από τα μυστήρια. Οι περισσότεροι Νεοζηλανδοί ούτε που έχουν ακούσει για την Ορθόδοξη Εκκλησία, άσε πια να γνωρίζουν τη διδασκαλία της. Έτσι ήταν για μένα μια πορεία κο­πιώδης, με πτώσεις, λάθος επιλογές και όλα τα εμπόδια που οι δαίμονες ρίχνουν στη στράτα κάθε προσκυνη­τή.
 Τελικά, μετά από ένα χρόνο και κυριολεκτικά   μισοπεθαμένος  από την υπερβολική νηστεία κατέληξα να συνδεθώ με την Εκκλησία των Βα­πτιστών. Ήταν ένα εκκλησίασμα φι­λόξενων και αφοσιωμένων πιστών ανθρώπων. Για πρώτη φορά γεύτη­κα τη ζεστασιά της συντροφικότητας, την αγάπη στον Χριστό ανάμεσα σε ομόδοξους. Άρχισα να καταλαβαίνω ότι η ζωή με τον Χριστό δεν ήταν μια μοναχική, ατομικιστική πορεία μαζί Του, αλλά ένα ταξίδι συντροφιά με άλλους, όπου ο Χριστός, η κεφαλή, δεν μπορούσε να νοηθεί χωριστά από το Σώμα Του.
 Η συντροφικότητα με ομόδοξους και η αγάπη στις Γραφές υπήρξαν οι θετικές εμπειρίες που εβίωσα μέσα στους κύκλους των Ευαγγελικών, όπου κινήθηκα στη συνέχεια. Όμως κάποιες προτεσταντικές δοξασίες με αναστάτωναν: Ο υλικός κόσμος και το ανθρώπινο σώμα δεν φαινόταν να συμμετέχουν στο σχέδιο των πραγ­μάτων. Στις ακολουθίες, η στάση της απλής ακοής ήταν εκείνη που επικρατούσε· ακούγαμε κηρύγματα, ψάλ­λαμε ύμνους κι αυτό ήταν όλο. Δεν υπήρχαν εικόνες να δει το μάτι και να τις ασπασθεί κανείς, ούτε θυμία­μα να μυρίσει, ούτε θεία κοινωνία να γευτεί. Μολονότι δεν γνώριζα τίποτε απ' όλα αυτά, όπως χρησιμοποιούνται στην Ορθόδοξη λατρεία, ενστικτωδώς αντιλαμβανόμουν ότι αφού ο Θεός μας δημιούργησε με σώμα, θα έπρεπε στις σχέσεις μας μ' Εκείνον κάποιος σημαντικός ρόλος να επιφυλάσσεται για τα σώματά μας.
 Επιπλέον η άποψη της Ευαγγελικής Εκκλησίας περί σωτηρίας φαι­νόταν να περιορίζεται στο να καλείς τον Χριστό στην καρδιά σου και να προσκαλείς τους άλλους να σε μιμηθούν. Ο ασκητικός αγώνας κατά των παθών, η προσευχή  περισσότερο ως επικοινωνία με τον Θεό παρά ως μέσο να επιτύχεις κάτι  η μετάνοια ως μέσο να ομοιωθείς με τον Θεό  αυτά και πολλά άλλα, ουσιώδη στην παραδοσιακή χρι­στιανική διδασκαλία, φαίνονταν να απουσιάζουν.
 Γι’ άλλη μια φορά, μολονότι δεν γνώριζα τίποτα γύρω από την Ορθοδοξία και τα διδάγματά της πάνω σ' αυτά τα θέματα, με κατέτρωγε το αίσθημα πως η ζωή με τον Χριστό πρέπει να είναι πιο πλούσια [σημ. εγκόλπιου: Αυτός ο πλούτος της Ορθοδοξίας έναντι των υπολείπων δογμάτων είναι που μας συγκλόνισε όταν μεταστραφήκαμε!], πιο με­γαλόψυχη και συνάμα το αντικείμενο μεγαλύτερου αγώνα απ' αυτόν που φαινόταν να προβάλλει η άποψη της Ευαγγελικής Εκκλησίας. Έδινε την εντύπωση ότι ο Θεός ήταν ένας μάλ­λον αυστηρός εργοδότης πωλητών, που κρατούσε λογαριασμό για το πόσες ψυχές οι πωλητές Του έσωζαν κάθε χρόνο. Αυτή η κάπως παραλ­λαγμένη εικόνα τού θεού με οδήγησε στο να εγκαταλείψω την επιθυμία μου ν' ασχοληθώ με τις τέ­χνες, για να κάνω κά­τι «χρήσιμο», όπως να διδάξω μαθημα­τικά.
 Η αναζήτηση μιας περισσότερο αυθεντικής πίστης με οδήγησε στη συνέχεια σε μια Αγγλικανική ενορία, η οποία χρησιμοποιούσε μια μορφή λατρείας εγγύτερης προς την Ορθοδοξία, όπως ανακάλυψα αργότερα. Άνηκε στον κλάδο της (High Church) Υψηλής Εκκλησί­ας του Αγγλικανισμού, οι ιερείς εκεί, πιο παραδοσιακοί, εδίδασκαν ότι ο Θεός για ν' αποκαλυφθεί σε μας, χρησιμοποιεί στη λατρεία τοκάλλος. Υπήρχε θυμίαμα στις ακολουθίες και μερικές απεικονίσεις αγίων περισσό­τερο σε μορφή αγαλμάτων παρά εικόνων. Μας εδίδασκαν πως τα Θεία Δώρα πράγματι μετουσιώνονταν σε Αίμα και Σώμα Χριστού. Αυτά και άλ­λα με ενεθάρρυναν να πιστέψω ότι ο Χριστός ήταν η πηγή κάθε αληθινού κάλλους και ότι η άσκηση και η προ­σευχή είναι μέσα με τα οποία αποκαλύπτουμε την όμορφη εικόνα του Θεού εντός μας.
 Ενθαρρυμένος άπ' αυτή τη «νέα» θεολογία του θείου κάλλους, εγκατέλειψα τα καθηγητικά καθήκοντα για να κάνω μια καινούρια αρχή ως γλύπτης. Μέσα σ' ένα χρόνο, δου­λεύοντας πλήρες ωράριο, κατόρθωσα να ζω από τη γλυπτική. Έτσι υπηρετώντας τον Χριστό με κάτι που μ' ευχαριστούσε και ταίριαζε στα ταλέν­τα μου, είδα διαφορετικά την εικόνα που είχα για τον Θεό: Ενώ πιο πριν νόμιζα ότι η αγάπη Του για τον άν­θρωπο ήταν κάτι περίπου θολό και απρόσωπο  μια μακρινή αγάπη για την ανθρωπότητα γενικώς  άρχισα να κατανοώ ότι αυτή η αγάπη ήταν στην πραγματικότητα βαθύτατα επικεντρωμένη, εξατομικευμένη. Άρχισα να κατανοώ ότι αγαπά τα πρόσω­πα κι όχι τη φύση του ανθρώπου και πως έτσι εκφράζει την αγάπη του με τρόπο μοναδικό για κάθε μοναδικό πρόσωπο.
 Η γλυπτική υπήρξε συνάμα το αστέρι που με οδήγησε στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Μέσω της μελέτης για την τέχνη και του γλυπτικού έρ­γου και μέσω μιας αυξανόμενης επιθυμίας να προσεύχομαι περισσότερο εις βάθος, άρχισα σταδιακά να συνει­δητοποιώ ότι η αληθινή ζωή πρέπει να είναι ένα πάντρεμα φωτός και όγκου και κατ' επέκταση πνεύματος και ύλης, Δημιουργού και δημιουρ­γίας. Αυτή η διαίσθηση με βοήθησε να αναγνωρίσω την αλήθεια της Ορθοδοξίας, όταν κάποια στιγμή τη συ­νάντησα στο δρόμο μου. Αλλά πάλι ας πιάσω από την αρχή.
 Αισθάνθηκα πως ήταν προτιμότε­ρο να αρχίσω τη γλυπτική με κάτι χει­ροπιαστό, το ανθρώπινο σώμα. Μετά από κάμποσο καιρό, ακολουθώντας αυτή την τακτική και επηρεαζόμενος από τον Μιχαήλ Άγγελο και τον Αύγουστο Ροντέν, άρχισα να πειραματί­ζομαι με τρόπους που άπτονται της πνευματικής διαστάσεως του ανθρώπινου προσώπου.  Επιμηκυμένα έργα από καλλιτέχνες όπως ο Μοντιλιάνι και ο Τζιακόμπι με επηρέασαν πολύ σ' αυτό το στάδιο, καθώς και τα ανάγλυφα έργα από την αρχαία Αίγυπτο και πρωτόγονους πολιτισμούς. Σ' αυτό το τρίτο στάδιο προσπάθησα να συζεύξω αυτά τα δυο στοιχεία, το εξωτερικό με το εσωτερικό, την πρά­ξη με την ουσία, την ύλη με το φως. Σ' αυτήν ακριβώς τη συγκυρία ένας φίλος μού πρότεινε να επισκεφτώ κάποιο ορθόδοξο κελλί, όπου ζούσαν δύο Νεοζηλανδοί μοναχοί.
 Έχοντας δει τα εικονίσματα που υπήρχαν σ' αυτό το κελλί, πίστευα ότι οι εικόνες πετύχαιναν εκείνο που προσπαθούσα να κατορθώσω με τη γλυπτική μου  και μάλιστα το είχαν πετύχει από αιώνες ήδη. Μ' αυτό κα­τά νου και με την ελπίδα ότι οι μο­ναχοί του κελιού θα μπορούσαν να με βοηθήσουν στην αναζήτησή μου για βαθύτερη προσευχή, οδηγήθηκα να μεί­νω στη Μονή για μία εβδομάδα.
 Μολονότι δεν γνώριζα απολύτως τίποτε για την Ορθοδοξία, η επίσκεψη εκείνη υπήρξε ένας πραγματικός νόστος. Το κάθε τι ερχόταν να ανταποκριθεί στα μύχια της υπάρξεως μου, σε ό,τι αποτελούσε την εικόνα του Θεού. Οι εικόνες τόσο όμορφα συν­ταίριαζαν το φως, το άκτιστο φως, με την κτιστή ύλη.
 Ακόμη και η ταπεινή ζωή των μοναχών ακτινοβολούσε αυτό το γεγονός. Χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη να δικαιολογηθούν, «χαρά­μιζαν» ώρες ολόκληρες κάθε μέρα μέσα στο ναό λατρεύοντας τον Θεό. Και μετά η καθημερινή εργασία  το άρμεγμα των αγελάδων, το μαγεί­ρεμα, η εικονογραφία  ακολουθούσαν ως προέκταση και όχι ως διακοπή μιας ζωής μέσα στην πα­ρουσία του Θεού. Υπήρχαν, βέβαια, ανθρώπινες αδυναμίες  ο π. Νικό­λαος επί παραδείγματι δεν διακρι­νόταν για την καλλιφωνία του στην ψαλτική. Αυτό όμως απεδείκνυε ότι εκείνο που ομορφαίνει τη ζωή ήταν τελικά η παρουσία του Άλλου και όχι η ανθρώπινη επιδεξιότητα.
 Σχετικά με την προσευχή, οι μοναχοί με εισήγαγαν σε επιλογές από ένα απέραντο σώμα ασκητικής φιλολογίας που αντιπροσωπεύει την αδιάσπαστη παράδοση της Εκκλησίας: Τη Φιλοκαλίατις Περιπέτειες ενός προσκυνητή και άλλα βιβλία. Τα κείμενα αυτά εξηγούν πως μέσω της ζωής στην Εκκλη­σία και με την ειλικρινή μετάνοια μπορεί κανείς να γνωρίσει τον Θεό όχι τόσο ως ένα Όν απόμακρο, αλλά ενυπάρχον στα τρίσβαθα της ύπαρξής του, στο κέντρο της καρδιάς του. Έμαθα πως αφού έχουμε δημιουργηθεί ως εικόνα Θεού, ο Χριστός αποτελεί το αρχέτυπό μας.
 Τα βιβλία αυτά, γραμμένα από αναρίθμητους αγίους στο πέρασμα των αιώνων, καθώς και οι πολλές εικόνες στο μοναστήρι, μού έδειξαν επιπλέον πόσο χειροπιαστή είναι η κοινωνία των αγίων μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ο Χριστός είναι ο Θεός των ζώντων. Ύπ' αυτή την έννοια και μέσω του Βαπτίσματος και του Χρίσματος που έλαβα τελικά από την Εκκλησία, άρχισα να καταλαβαίνω λίγο το νόημα της τριαδικότητας του Θεού. Μέσω της κοινωνίας της Εκκλησίας, άρχισα να συνειδητοποιώ λίγο τη θεία κοι­νωνία της Αγίας Τριάδος. Μολονότι ως Αγγλικανός είχα δι­δαχτεί ότι ο Θεός είναι Τριαδικός, δεν είχαμε πραγματικά διδαχτεί το πως αυτό συνέβαινε. Ήταν φοβερό να συνειδητοποιήσει κανείς πως ήταν ένα μέλος της Τριάδας που έγινε άνθρωπος, υπέφερε και θανατώθηκε. Και δεν ήταν λιγότερο φοβερό να πληροφορηθεί ότι όταν ηγέρθη και ανελήφθη στους ουρανούς, το έκανε με την ανθρώπινη φύση μας. Κι έτσι εξηγείται πως για μένα, ελάχιστα χωρία απαντούν καλύτερα στο ερώτημα του Χριστού (τίνα με λέγουσιν...;) από την ακόλουθη προσευχή που υπάρχει στη Θεία Λειτουργία:
«Εν τάφω σωματικώς, εν Άδου δε μετά ψυχής, ως Θεός, εν παραδείσω δε μετά ληστού και εν θρόνω υπήρχες, Χριστέ, μετά Πατρός και Πνεύματος, πάντα πληρών ο απερίγραπτος» (Τροπάριο αναστάσιμο).


Από τον συλλογικό τόμο «2000 χρόνια μετά  Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι;», έκδ. Ακρίτας. Μετάφραση Δημήτρη Κόκκινου.
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον – www.egolpion.com
Από το περιοδικό: Πειραϊκή Εκκλησία Δεκέμβριος 2008
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ: 26 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2010

Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

Αποστολή στη Σιέρρα Λεόνε



Δόξα τω Θεώ,Δόξα τω Θεώ,Δόξα τω Θεώ...



Ο Ορθόδοξος Μοναχισμός στην Αμερική – Γεωργίου Κυπριανού.




Ομολογουμένως, για πολλούς, ο πιο πάνω τίτλος ίσως να φαντάζει κάπως προβληματικός και αξιοπερίεργος. Πώς μπορεί κάποιος να μιλά για ορθόδοξο μοναχισμό –και μάλιστα κατά το αγιορείτικο τυπικό- στη χώρα του άκρατου υλισμού και της ακραίας κοσμικότητας;
Τα όσα καθημερινά ακούμε και διαβάζουμε για τη μακρινή και εντυπωσιακή αυτή χώρα της Αμερικής, καθόλου δεν μας αφήνουν περιθώρια έστω να υποθέσουμε ότι μέσα σε αυτήν μπορεί να υπάρξει και να λειτουργήσει η ορθόδοξη πνευματική ζωή και πνευματικότητα, πόσο μάλλον έστω κι ένα κανονικό κοινοβιακό ορθόδοξο μοναστήρι. Ωστόσο, όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, σήμερα στη χώρα του υλισμού και της κοσμικότητας, των αστέρων της μεγάλης και μικρής οθόνης, της εγκληματικότητας και της τρομοκρατίας, υφίστανται και δρουν ουκ ολίγα ελληνικά ορθόδοξα μοναστήρια, γυναικεία και ανδρώα.
Το φαινόμενο της άνθισης του ορθόδοξου μοναχισμού γενικά είναι γεγονός ότι μαρτυρείται όχι μόνο πανελλήνια, αλλά και παγκόσμια. Ειδικά τα τελευταία είκοσι χρόνια παρατηρείται μια ραγδαία αύξηση του αριθμού των μοναχών και κατ’ επέκταση και των μοναστηριών, η οποία καθιστά το μοναχισμό σημαντική –τόσο πνευματικά όσο και κοινωνικά- μονάδα μέσα στο σύγχρονο κόσμο. Εκτός τούτου, δεν είναι άσχετη με το θέμα η εντυπωσιακή στροφή και το ενδιαφέρον αλλοδαπών και αλλοδόξων προς την Ορθοδοξία και τη ζωή της. Όλα αυτά φυσικά δεν άφησαν έξω ούτε τη μακρινή χώρα της Αμερικής.
Αρχικά, η πρώτη άφιξη μοναχών στην Αμερική έλαβε χώρα το 1974, από την Ρωσία, και το πρώτο μοναστήρι που κτίστηκε ήταν το μοναστήρι του Αγίου Τύχωνα στην Πενσυλβάνια, το 1905. Από τότε πολλές εκκλησιαστικές Δικαιοδοσίες από όλη την Ορθοδοξία, όπως τα Πατριαρχεία Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, Ρωσίας κ.α., έδρασαν και δρουν στην Αμερική, με την καθεμιά από αυτές να διατηρεί μοναστικές κοινότητες που ανέρχονται συνολικά σήμερα στον αριθμό των εβδομήντα επτά. Όσον αφορά την επίσημη Ορθόδοξη Εκκλησία της Αμερικής, την Αρχιεπισκοπή της Αμερικής η οποία έχει την αναφορά της στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, από τον περασμένο αιώνα σημειώνει μεγάλη δράση και εξάπλωση σε όλους τους τομείς. Ωστόσο, τα σημεία και παραδείγματα ορθόδοξης αγιορείτικης μοναστικής ζωής υπήρξαν σποραδικά και μεμονωμένα. Η μεγάλη άνθιση και ραγδαία εμφάνιση ορθοδόξων μοναστικών κοινοτήτων είναι παραδεκτό ότι έλαβε χώρα μόλις στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα. Ήταν τότε που ο αγιορείτης γέροντας και πνευματικός πατέρας πολλών μοναστηριών του Αγίου Όρους και της Ελλάδας έκανε την εμφάνισή του στην Αμερική και έδωσε νέα πνοή στα πνευματικά και εκκλησιαστικά δρώμενα της χώρας.
Βασικά, ο λόγος για τον ορθόδοξο αγιορείτικο μοναχισμό της Αμερικής είναι λόγος για τον γέροντα Εφραίμ τον Φιλοθεΐτη. Είναι ο άνθρωπος ο οποίος αποτελεί σταθμό στην εκκλησιαστική ιστορία της Αμερικής και έγινε σημείο αντιλεγόμενο λόγω της εκπληκτικής και άνευ προηγουμένου δράσης και προσφοράς του στον τόπο αυτό. Ο γέροντας Εφραίμ, ως αγιορείτης μοναχός, ανήκε στη συνοδεία του μακαριστού αγίου των ημερών μας, Ιωσήφ του Ησυχαστή. Ο ίδιος μετέπειτα έγινε πόλος έλξης εκατοντάδων μοναχών, με αρχή την Ιερά Μονή Φιλοθέου και έπειτα τη δημιουργία και επάνδρωση άλλων μονών τόσο αγιορείτικων όσο και ελλαδίτικων (αριθμούνται γύρω στις ένδεκα). Στην Αμερική έφτασε στην αρχή για λόγους υγείας και για να επισκεφτεί πνευματικά του παιδιά. Μετά όμως, κατόπιν παρότρυνσης από οικείους εκκλησιαστικούς παράγοντες και άλλους, αλλά πολύ περισσότερο –όπως ο ίδιος μαρτυρεί και αποκαλύπτει- μετά από θεία υπόδειξη και εντολή, μετοίκησε μόνιμα πλέον στην Αμερική με σκοπό την ίδρυση μοναστηριών και την ενίσχυση γενικότερα του ορθόδοξου μοναχισμού στην Αμερική. Πρώτοι του συνεργάτες υπήρξαν εκτός αρχικά από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία δρούσε ιεραποστολικά εκεί, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως καθώς και η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία. Όπως ο ίδιος όμως ομολογεί, στην Αμερική εκείνο το οποίο τον κράτησε –ειδικά τις δύσκολες ώρες των αδιεξόδων και των διαφόρων αντίξοων συνθηκών- ήταν η αγάπη και η δίψα του κόσμου για πνευματική ζωή. Συγκινητική ήταν η μεγάλη οικονομική και άλλου είδους ανταπόκριση και βοήθεια που έτυχε ο γέροντας στην επιτέλεση του μεγάλου και τολμηρού του έργου. Κόσμος απλός, ανυποψίαστος, πολλές φορές ακόμα ούτε κι ορθόδοξος, ενίσχυε και επιχορηγούσε το έργο του γέροντα χωρίς δισταγμούς και αναστολές.
Η δράση του γέροντα Εφραίμ συγκεντρώνεται κυρίως στη Βόρεια Αμερική και στον Καναδά. Από το 1989 μέχρι σήμερα ο γέροντας έχει να παρουσιάσει δεκαεφτά ελληνικά ορθόδοξα μοναστήρια. Από την έρημο της Αριζόνας μέχρι το μακρινό Καναδά, ο γέροντας ίδρυσε μοναστήρια τα οποία ούτε σε πνευματικότητα ούτε σε οργάνωση και ζωή υπολείπονται των μοναστηριών της μητροπολιτικής Ελλάδας και του Αγίου Όρους. Τα μοναστήρια αυτά, που δυστυχώς ο χώρος δεν μας επιτρέπει να ασχοληθούμε με το καθένα ξεχωριστά, λειτουργούν όλα πάνω στο αγιορείτικο μοναχικό πρότυπο και τυπικό. Μπορεί η αρχική επάνδρωση αρκετών μοναστηριών να έγινε από μοναχούς και μοναχές του γέροντα Εφραίμ από μοναστήρια της Ελλάδας και του Αγίου Όρους, γενικά όμως το δυναμικό τους είναι πολυεθνικό, σε αυτά δηλαδή εγκαταβιώνουν εκτός από Αμερικανούς «προσηλύτους» και μοναχοί διαφόρων εθνοτήτων και φυλών. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι σε όλα τα μοναστήρια υποχρεωτική είναι η εκμάθηση και χρήση της ελληνικής γλώσσας, όπως και η βυζαντινή αγιογραφία και μουσική. Οι ακολουθίες κατά κύριο μέρος τελούνται ακόμα στα ελληνικά.
Τα μοναστήρια του γέροντα Εφραίμ δεν αποτελούν μόνο ένα χώρο προσευχής και άσκησης των μοναχών. Ειδικά μέσα στον πολυπολιτισμικό και πνευματικά συγκεχυμένο χώρο της αμερικάνικης και καναδέζικης κοινωνίας, τα μοναστήρια αυτά έχουν κι άλλου είδους χαρακτήρα και προσφορά. Πρώτα, είναι γεγονός ότι η σωρεία προσκυνητών –κυρίως μεταναστών που καταφθάνουν καθημερινά στα μοναστήρια- αποδεικνύει την ανάγκη και τη δίψα των συμπατριωτών μας για ένα χώρο πνευματικής όασης και ανάπαυσης. Έπειτα, με τον τρόπο ζωής και δράσης τους τα μοναστήρια δίνουν πραγματικά μια μαρτυρία ορθόδοξης ζωής και πνευματικότητας στις χώρες αυτές, επιτελώντας και ένα είδος ιεραποστολής σε όσους ενδιαφέρονται και αναζητούν την αλήθεια στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Απόδειξη, το γεγονός της προσέλκυσης μεγάλου αριθμού Αμερικανών στην Ορθοδοξία μέσω της επαφής και σχέσης τους με τα μοναστήρια και τον γέροντα Εφραίμ.
Πιο συγκεκριμένα, τα μοναστήρια του γέροντα Εφραίμ είναι: Ιερά Μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο Saxonburg με ηγουμένη την μοναχή Θεοφανώ, Ι. Μ. Αγ. Κοσμά του Αιτωλού στον Καναδά με ηγουμένη την μοναχή Αλεξία, Ι. Μ. Παναγίας Παρηγοριτίσσης στον Καναδά με ηγουμένη τη μοναχή Θέκλα, Ι. Μ. Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην Pleasant Prairie με ηγουμένη τη μοναχή Μελάνη, Ι. Μ. Αγίας Σκέπης στο Weatherly με ηγουμένη τη μοναχή Ολυμπιάδα, Ι. Μ. Ζωοδόχου Πηγής στο Dunlap με ηγουμένη τη μοναχή Μαρκέλλα, Ι. Μ. Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου στο Goldendale με ηγουμένη τη μοναχή Ευπραξία, Ι. Μ. Αγ. Αντωνίου στη Φλώριδα με ηγούμενο τον ιερομόναχο Παΐσιο, Ι. Μ. Αρχαγγέλων στην Kendalia με ηγούμενο τον ιερομόναχο Δοσίθεο, Ι. Μ. Παναγίας των Βλαχερνών στο Williston με ηγούμενο τον ιερομόναχο Μόδεστο, Ι. Μ. Ευαγγελισμού στο Reddick με ηγουμένη την μοναχή Ευπραξία, Ι. Μ. Αγίας Τριάδος στο Smith Creek με ηγούμενο τον ιερομόναχο Ιωσήφ, Ι. Μ. Παναγίας της Προυσιωτίσσης με ηγουμένη την μοναχή Αγνή, Ι. Μ. Παναγίας Παμμακαρίστου στο Lawsonville με ηγούμενο τον ιερομόναχο Νεκτάριο, Ι. Μ. Αγ. Νεκταρίου στο Roscoe με ηγούμενο τον ιερομόναχο Ιωσήφ, Ι. Μ. Μεταμορφώσεως στο Harvard με ηγούμενο τον ιερομόναχο Ακάκιο και Ι. Μ. Αγίας Παρασκευής στην Washington με ηγουμένη τη μοναχή Παρασκευή. Οι περισσότερες από τις μονές αυτές δραστηριοποιούνται ακόμα και στο διαδίκτυο, παρέχοντας στους χρήστες την ευκαιρία να γνωρίσουν τα μοναστήρια, αλλά και τρόπους να τα επισκεφθούν και να βοηθήσουν ακόμα αν θέλουν. Μάλιστα, αξιοσημείωτη είναι η ιστοσελίδα της Ιεράς Μονής Αγίου Αντωνίου της Αριζόνας (www.stanthonysmonastery.org ), όπου παρέχεται και υποβοηθητικός χάρτης όλων των μονών του γέροντα Εφραίμ στην Αμερική και στον Καναδά μαζί με κατάλογο των διευθύνσεων.
Όλα τα μοναστήρια λειτουργούν σύμφωνα με το αγιορείτικο τυπικό. Είναι κοινόβια, έχουν δηλαδή κοινή Τράπεζα, κοινές ακολουθίες, ακτημοσύνη και κοινό πρόγραμμα προσευχής. Οι μονές ασχολούνται με ποικίλα εργόχειρα, τα οποία διαθέτουν στις αγορές και στα βιβλιοπωλεία τους και παρέχουν φιλοξενία σε όλους τους ενδιαφερομένους. Είναι πραγματικά μοναστήρια της Ορθόδοξης Ελληνικής και Αγιορείτικης Παράδοσης, αποτελούν μικρές Ελληνικές Ορθόδοξες μαρτυρίες, οι οποίες αποπνέουν άρωμα Ορθοδοξίας μέσα στο συγκρητισμό και την πνευματική φτώχεια της αμερικάνικης κοινωνίας.
Πολλά και ατελείωτα θα μπορούσε να γράφει κανείς για τον Ορθόδοξο Μοναχισμό της Αμερικής. Το μέγεθος της παρουσίας των ορθοδόξων μοναστηριών στην Αμερική μεγεθύνεται ακόμα πιο πολύ, όταν αναλογιστεί κανείς τις τόσο αντίξοες συνθήκες της αμερικάνικης πολιτείας και κοινωνίας, το ισχυρό πνεύμα εκκοσμίκευσης που εισχώρησε και στους κύκλους της Ελληνικής Εκκλησίας της Αμερικής αλλά και το εξωτερικό μέγεθος του γέροντα Εφραίμ. Είναι απίστευτο το τι κατάφερε αυτός ο μικρόσωμος, καχεκτικός και τώρα σχεδόν ογδοντάρης παππούς στην πανίσχυρη πολιτεία της Αμερικής.
Ενδεικτικό της σημασίας του έργου του γέροντα, αλλά και γενικά της παρουσίας και άνθισης του ορθόδοξου Μοναχισμού στην Αμερική, είναι η δήλωση ενός πολιτικού παράγοντα του Λευκού Οίκου, της επιμελήτριας των ομιλιών του Προέδρου Μπους. Είναι πεποίθησή της ότι η ανάπτυξη της Ορθοδοξίας και των μοναστηριών της στην Αμερική σε μερικά χρόνια αναπόφευκτα θα επηρεάσει το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας, μια και πολλοί ορθόδοξοι και φίλοι των μοναστηριών κατέχουν σημαντικές πολιτικές και κοινωνικές θέσεις και στην ιστορία. Η άποψη αυτή δεν είναι τίποτα άλλο παρά η απόδειξη της προσφοράς και της μεταμόρφωσης που προσφέρει ο ορθόδοξος Μοναχισμός όχι μόνο στην Αμερική, αλλά και σε όλο τον κόσμο.
ΠΗΓΕΣ: περιοδικό «Τόλμη», Τεύχος 77, Σεπτέμβριος 2007, σελ. 68 -70-ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ

Αναγνώστες